Ο ανταγωνισμός μεταξύ κοινωνικών ομάδων, όπως είναι σήμερα οι σχέσεις μεταξύ των αγροτών και κτηνοτρόφων
που παράγουν προϊόντα πρώτης ανάγκης, αλλά και εξαγωγής αυτών των προϊόντων τους, έναντι όλων
Τα τελευταία γεγονότα με τα μπλόκα των αγροτών, δείχνουν την πάλη των κοινωνικών τάξεων μεταξύ τους, όπως βλέπουμε να είναι σήμερα οι διεκδικήσεις των αγροτών και των κτηνοτρόφων έναντι των άλλων αστικών ομάδων εργασίας, που πασχίζουν κάτι και ετούτοι εδώ οι άνθρωποι για να πάρουν από τον κρατικό κουρβανά. Έτσι συμβαίνει να δίνονται κατά καιρούς παροχές κατά προτίμηση αντί άλλων, σε ομάδες ανθρώπων παροχής υπηρεσιών και αυτό κάτω από τον ισχυρισμό των εκάστοτε κυβερνήσεων ότι για να ενισχυθούν παράλληλα και οι ομάδες αγροτών κτηνοτρόφων κλπ, θα πρέπει πρώτα να αυξηθεί το δημόσιο εισόδημα και αυτό μπορεί να γίνει μόνον με αύξηση της φορολόγησης όλων των Ελλήνων πολιτών, γιατί άλλη λύση δεν υπάρχει. Και βέβαια δεν υπάρχει άλλη λύση εφόσον εξακολουθεί να ισχύει, λίγο ή πολύ το βασικό εκείνο δόγμα Κατσέλη, όπως εκείνη τότε το διακήρυττε και μας έλεγε ότι το πίστευε κιόλας, αν είναι δυνατόν, ότι δηλαδή διά της ενισχύσεως των καταναλωτών αυξάνεται η ζήτηση αγαθών και κατά συνέπεια δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας για νέα παραγωγή αγαθών, κάτι που θυμίζει την παροιμία εκείνη που λέει ότι ο σκύλος τρέχει και κάνει την δουλειά του κυνηγώντας την ουρά του.
Και ποιά μπορεί να είναι τότε η λύση του προβλήματος; Η λύση προς το παρόν τουλάχιστον είναι μία και μοναδική ήτοι αύξηση της φορολογίας φορέων μισθωτών υπηρεσιών δημοσίου και οργανισμών, με αντίστοιχη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων εκείνων που παράγων πρώτιστης ανάγκης αγαθά, όπως είναι οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι, όπως και ορισμένοι άλλοι επαγγελματίες που απασχολούνται με τον απ’ έξω ερχόμενο τουρισμό μας. Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσει κυρίως ο λαός μας και ας κάνουν μερικοί πως δεν το καταλαβαίνουν, δηλαδή ότι η χώρα μας πρέπει να γίνει αυτάρκης σε προϊόντα και η οικονομία της να αυτονομηθεί, γιατί όπως το είπε και ο Γερμανός εκείνος υπουργός των εξωτερικών ο Σόϋμπερτ στον Έλληνα πρωθυπουργό Τσίπρα, πρέπει να μάθουν οι Έλληνες να καταναλώνουν αυτό που παράγουν γιατί κανείς δεν τους χρωστάει τίποτα και αυτό έχει την σημασία του, ανεξαρτήτως αν μας άρεσε ή όχι η ρήση του εκείνη, γιατί αυτή είναι και ή πραγματική αλήθεια. Ας μη κρυβόμαστε λοιπόν πίσω από το δάκτυλό μας, γιατί έτσι όπως πάμε, με τον κώδικα εκείνον τύπου Κατσέλη που το επιβάλλουν λίγο ή πολύ οι πολιτικοί στην οικονομία μας, αργά ή γρήγορα θα φθάσουμε το δημόσιο χρέος μας να αντιμετωπισθεί με ένα άλλο ακόμα capital control ή και αν ακόμα καμωνόμαστε ότι δεν μπορούμε να το δεχθούμε και αυτό, τότε η κατάσταση θα είναι ακόμα χειρότερη, δηλαδή σε τέτοιο σημείο που να μην είναι πλέον το χρέος μας αυτό διαχειρίσιμο.
Ήδη έχει γίνει σαφέστερη πλέον η αντίληψη στον παραγωγικό κόσμο ότι άλλοι είναι εκείνοι οι οποίοι παράγουν και δεν τους φθάνουν τα λεφτά από την δουλειά τους ακόμα και για να ζήσουν ανθρώπινα και γι αυτό βγήκαν στους δρόμους με τα τρακτέρ τους και άλλοι είναι ετούτοι που απολαμβάνουν τα αγαθά και ακόμα όσο πιο πολλά τους δίνουν οι πολιτικοί τόσο πιο πολλά θα απαιτούν και αυτό συμβαίνει γιατί ετούτοι είναι οι πολλοί που έχουν την δύναμη των Αθηνών που με τις πορείες και τις διαδηλώσεις τους, αλλά και με τους περισσότερους ψήφους που διαθέτουν, κατορθώνουν να πιέζουν κυβερνήσεις και να πετυχαίνουν τον σκοπό τους.
Ας σκεφτούν λοιπόν μερικοί που κατηγορούν τους αγρότες, ποιοί ήταν εκείνοι που έζησαν επί κατοχής και ποιοί ήταν οι άλλοι που ικέτευαν αγρότες ή κτηνοτρόφους για λίγο ψωμί η τυρί ή πέθαιναν από την πείνα, για να καταλάβουν και ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι στηρίζουν την οικονομία μας και όχι οι άλλοι που στηρίζονται επάνω σε αυτούς και που αγωνιωδώς ρωτάνε, πότε πως πάει ο τουρισμός και πότε αν η παραγωγική των μεν ή των δε προϊόντων ήταν καλή ή όχι, αλλά κανείς δεν ανησυχεί για το αν πήγαν καλά οι πολιτιστικές τους εκδηλώσεις που κάθε τόσο οι τελευταίοι αυτοί διοργανώνουν πότε εδώ και πότε εκεί. Αν τα παραγνωρίζουν ή δεν τα γνωρίζουν αυτά κάποιοι, καθώς και την πείνα που τράβηξε ο Ελληνικός λαός το σαρανταένα, τότε ας διαβάσουν και το βιβλιαράκι μου εκείνο που μόλις εκδόθηκε και αναφέρεται στην πείνα και τη δυστυχία της δεκαετίας του σαράντα για να μάθουν κάτι, και όλα αυτά για να μην ξεχνάνε την ιστορία μας προ παντός. Και ας σκεφτούν ακόμη ότι αυτό που τρώμε ή και πίνουμε κάθε μέρα όλοι μας, είναι βγαλμένο από κάποιο ιδρωμένο χέρι κάποιου αγρότη ή κτηνοτρόφου, όπως και τα λεφτά που παίρνει ο μισθωτός δημοσίου ή οργανισμών, τα παίρνει από την πραγματική του και όχι την εικονική φορολογία του καταναλωτή, γιατί αυτός είναι εκείνος που πληρώνει ακόμη και τον μισθό αυτού, ενώ ο ίδιος, εκείνο που παίρνει πίσω από τον καταναλωτή αυτόν, είναι τα ανακυκλούμενα απορρίμματα εκείνου, που πάνε και αυτά πάλι στα χέρια του για να τα διαχειριστεί και αυτά και να τα χρησιμοποιήσει σαν οργανικό λίπασμα για την αύξηση της παραγωγής του.
Αυτά δυστυχώς και εν κατακλείδι είναι τα λεφτόδενδρα της χώρας μας, άλλα δεν υπαρχουν. Αλλά τέλος πάντων, πρέπει επιτέλους και οι πολιτικοί να συνειδητοποιήσουν ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, γιατί αν συνεχίσουμε την πορεία μας αυτή με το δόγμα Κατσέλη στην πολιτική μας τότε το μέλλον του λαού μας, αλλά και της πατρίδας μας γενικότερο, δεν θα είναι αυτό που κάθε φορά περιμένουμε και ποτέ δεν το βλέπουμε να να έρχεται. Και όσον αφορά για το μέλλον των ίδιων των πολιτικών μας, γι αυτούς τώρα που έχουμε μπει και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα που το ασφαλίσαμε και δεν κινδυνεύουμε και από κάποια χούντα στρατιωτικών, δεν φαίνεται και πολύ να τους καίει, αλλά περισσότερο απ’ αυτούς αυτό καίει εμάς, τους απλούς πολίτες. Γι αυτούς άλλωστε ισχύει και η ρήση εκείνη του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου, που έλεγε «το κράτος είμαι εγώ, μετά από εμένα ο κατακλυσμός». Το έχουν αποδείξει και αυτό μερικοί από τους πολιτικούς μας που εθήτευσαν στο κοινοβούλιο και μάλιστα σαν παράγοντες εκεί κατά το παρελθόν.
Νίκος Μπρουσοβάνας
Συνταξιούχος Γεωπόνος
