Η γεωργία σαν πρόδρομος φορέας του πολιτισμού στον άνθρωπο αλλά και η σημερινή κατάσταση αυτής
που δεν την αφήνουν εδώ στη χώρα μας να βρει το δρόμο της και να ευδοκιμήσει
Τον δέκατο όγδοο π.χ. αιώνα ένας βασιλιάς της Βαβυλώνας, κάπου εκεί στη Μεσοποταμία, ο Χαμουραμπί συγκεκριμένα, ήταν εκείνος που είχε κάνει τους πρώτους κώδικες, τουτέστιν νόμους στο κράτος του, αλλά και όλου του μέχρι τότε γνωστού κόσμου, που αναφερόταν στην ιδιοκτησία και στην διανομή της γης την οποία μοίρασε σε αγροτεμάχια και σε ιδιοκτήτες και παράλληλα θέσπισε νόμους με τους οποίους καθόριζε την χρήση του νερού για το πότισμα των καλλιεργειών στα αγροτεμάχιά τους, φθάνοντας μέχρι και την εμπορία των προϊόντων αυτών που παρήγαγαν. Επίσης σαν πρόχειρο εργαλείο για να μετράει το γέννημα (σιτάρι ή κριθάρι), είχε ορίσει το γκούρ, όπως το έλεγαν τότε εκεί και που αυτό ήταν μια κουβάδα που έπαιρνε περίπου μια ποσότητα από το γέννημα γύρω από τα 15 κιλά ή μιά βεδούρα όπως και εμείς αντίστοιχα την λέγαμε, όταν χρησιμοποιούσαμε την ξύλινη εκείνη κουβάδα, μέχρι το τέλος του τελευταίου πολέμου, σαν μονάδα μέτρησης, όγκου για το σάκιασμα, αλλά και βάρους για το φόρτωμα του γεννήματος, μετά το αλώνισμα. Το νεγονός αυτό με τους νόμους του Χαμουραμπί, μαρτυρεί πως η μετάβαση του ανθρώπου από την πρωτόγονη εκείνη περίοδο της νομαδικής και ποιμενικής μορφής ζωής του στην γεωργία, είχε πλέον σφραγιστεί.
Αυτά για την ιστορία και ερχόμαστε στο θέμα της προκείμενης κατάστασης της γεωργίας μας ετούτης. Και λέμε ναι μεν επιβάλλεται να προστατευτεί η γεωργία μας αλλά δεν είναι όπως τότε τόσο απλό για να ελεγχθεί και ενισχυθεί, γιατί αυτό εξαρτάται από παρά πολλούς παράγοντες που την επηρεάζουν, όπως είναι, μεταξύ των άλλων, ο νους και η γνώση του κάθε παραγωγού, αλλά προ παντός η φροντίδα και η εργατικότητα αυτού. Και ακόμα δεν είναι τόσο απλό για να βελτιωθεί η κατάσταση αυτή με την γεωργία μας, καθόσον για να γίνει κάτι, αλλά και να μείνει κάποιος αγρότης ή κτηνοτρόφος εκεί που γεννήθηκε, πρέπει εκ προοιμίου να έχει και το ανάλογο αζωϊκό ή ζωϊκό κεφάλαιο ή υποστατιτικό όπως λέμε, δηλαδή αμπέλια και χωράφια στο χωριό ή και κάποια κοπάδια ακόμα από ζώα στο βουνό, όπως επίσης και να έχει επαρκή κτίσματα και κατάλληλα προς τούτο μηχανήματα. Παράλληλα σα νέος, που θέλει να κάνει και οικογένεια και αυτός και για να βοηθηθεί κάπως και από κάποια γυναίκα στην δουλειά του, γιατί αλλιώς δεν γίνεται χωριό, θα πρέπει και να ψάξει για να βρει μιά κοπέλα που να θέλει και αυτή να μείνει στο χωριό.
Και να ήταν μόνον αυτό κάπως καλά θα ήταν, γιατί η δουλειά του αγρότη δεν είναι μέσα σε κλειστό και κλιματιζόμενο χώρο αλλά στο ύπαιθρο, με όλες εκείνες τις αντίξοες συνθήκες υγιεινής και εργασίας που απαιτεί η ζωή του κάθε σύγχρονου ανθρώπου. Πέραν όμως των παραπάνω πρέπει να σημειώσουμε πως η γεωργία είναι και μιά επιχείρηση χωρίς επιχειρηματικό όπως λέγεται κέρδος, καθόσον ο ίδιος ο γεωργός παλεύει για ένα δίκαιο ημερομίσθιο για την δουλειά του, που δεν είναι σίγουρο αν θα το πάρει και αυτό, εν μέσω των τόσον πολλών αστάθμητων παραγόντων, όπως είναι οι ζημιές στο υποστατικό του από κακές καιρικές συνθήκες ή και ασθένειες που μπορεί να βαρύνουν ή και να καταστρέψουν τις καλλιέργιές του ή να αφανίσουν και το κοπάδι του ακόμα. Ο αγρότης, όπως λέγεται, μόνον όταν βάλει τα λεφτά από την δουλειά του στην τσέπη του μπορεί να είναι και σίγουρος ότι οι κόποι του δεν πήγανε χαμένοι. Και γιατί γίνεται αυτό; Αυτό γίνεται γιατί μεταζύ των αλλων κινδύνων που υπβαθμιζουν ή καταστρέφουν την παραγωγή του, συμβαίνει συχνά και αυτή η ίδια η παραγωγή του, που όταν αυξηθεί πολύ να γίνεται μπούμερανγκ και να κλειδώνει το προσδόκιμο έσοδό του σε κάποιο κατώτερο σημείο των προσδοκιών του και αυτό οφείλεται στην ανελαστικότητα που έχουν στην προσφορά τους τα γεωργικά προϊόντα. Έτσι συμβαίνει όταν η σοδειά είναι μεγάλη τότε αυτή η ίδια η αυξημένη παραγωγή του να ρίχνει τις τιμές και αυτό καταλήγει να γίνει, αντί κέρδος ζημιά για τον ίδιο τον παραγωγό, ενώ από την άλλη μεριά, αυτή η ζημιά του, γίνεται κέρδος για τον καταναλωτή, τουτέστιν το προσδοκόμενο κέρδος αντί να πάει στο επιχειρηματία γεωργό σαν αμοιβή του για τις αυξημένες προσπάθειές του, πηγαίνει στον καταναλωτή και δι αυτού στη βελτίωση της ευρύτερης αγοραστικής δύναμης της χώρας.Το γεγονός αυτό, που συμβαίνει μόνον στις γεωργικές επιχειρήσεις, έγνωσε και ο Σταγειρίτης Αριστοτέλης, που έζησε τον τέταρτο αιώνα π.χ, γιαυτό και είπε το απόφθεγμα εκείνο που λέει ότι η γεωργία είναι μήτηρ και τροφός πάσης τέχνης και γιαυτόν τον λόγο το ρητό αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα.
Και τι θέλω να πω με όλα τα παραπάνω που ανέφερα; θέλω να αποδείξω στους πολιτικούς υπεύθυνους της οικονομίας της χώρας μας, ότι το δημόσιο χρήμα με τα κοινωνικά επιδωματα κ.λ.π. θα πρέπει να πηγαίνει κατ ευθείαν στην πηγή της παραγωγής και όχι όπως έλεγε η πολιτικός τότε, άμα και οικονομολόγος Κατσέλη, να πηγαίνει απ ευθείας στον καταναλωτή, γιατί με την αύξηση των μισθών στους υπαλλήλους, όπως έλεγε και το πίστευε, θα αυξανόταν η αγοραστική δύναμη το λαού και θα δημιουργούνταν νέες δουλειές, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι αφού η χώρα μας δεν παράγει αρκετά και βελτιωμένης ποιότητας προιόντα, τα χρήματα αυτά θα κατέληγαν σε αγορές ξένων προϊόντων, με όποια συνέπεια θα είχε η ενέργεια αυτή για την οικονομία μας, όπως αυτό και φάνηκε αργότερα με την κατάρρευση της οικονομίας της χώρας μας. Το άσχημο είναι ότι την τακτική εκείνη, της τότε υπουργού οικονομικών Κατσέλη, εξακολουθούν να εφαρμόζουν ακόμα και σήμερα οι πολιτικοί μας άρχοντες, καθόσον υπάρχουν πλήθος από επιδώματα στο λαό και όχι ως έδει επί των φορέων της παραγωγής, όπως των αγροτών, επαγγελματιών και επιχειρηματιών, οι οποίοι είναι και οι μόνοι που παράγουν προϊόν και συγχρόνως φορολογούνται για την διακίνηση αυτού, αλλά και κατηγορούνται για φοροδιαφυγή και με ένα είδος χλεύης από πάνω, τόσο από πολιτικούς όσο και από λαϊκούς, οι οποίοι λέγουν, ότι είναι οι μόνοι συνεπείς προς το κράτος, γιατί αυτοί πληρώνουν στο ακέραιο και ανελλιπώς τους φόρους τους.
Ωστόσο για να δει κανείς αν είναι και αδικημένοι οι μισιθωτοί σήμερα του δημοσίου ή άλλων οργανισμών έναντι των αγροτών ή και των άλλων επιχειρηματιών, ας πάει κάποιος να δει εκεί στα παραθαλάσσια μέρη, ποιοί έχουν κάνει επενδύσεις σε διαμερίσματα και εξοχικά καθώς και αγορές μεγάλων και ακριβών αυτοκινήτων. Και γιατί συμβαίνει αυτό με τους μισθωτούς του δημοσίου και των άλλων οργανισμών και όχι με τους αγρότες και επαγγελματίες; συμβαίνει γιατί εκεί είναι οι ψήφοι οι πολλοί και γιατί αυτού του ειδους οι υπάλληλοι με την προσφορά υπηρεσιών και μόνον που κάνουν, αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι ξέρουν και να αρμέγουν καλύτερα την αγελάδα του δημοσίου πλούτου, αυτήν την αγελάδα που άλλοι μεν την ταΐζουν όπως οι αγρότες και πολλοί επιχειρηματίες και άλλοι παίρνουν την μεγαλύτερη μερίδα απο το προϊόν της και όχι μόνον αυτό, αλλά επί πλέον, είναι εκείνοι κυρίως, που για να πετύχουν το σκοπό τους, απειλούν με τις επανειλημμένες απεργίες, τις μεγάλες συγκεντρώσεις και τις πορείες τους, να δημιουργήσουν χάος στη χώρα και να ρίξουν κυβερνήσεις. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι λαϊκοί παράγοντες, οι οποίοι με τις αλόγιστες απαιτήσεις και απολαβές τους, φέρνουν κάθε τόσο την οικονομία της χώρας μας στα όριά της.
Κατόπιν όλων των παραπάνω το συμπέρασμα που βγαίνει φαίνεται να είναι το εξής και ότι έχει δύο σκέλη. Το ένα σκέλος είναι ότι οι κάθε είδους ενισχύσεις που δίνονται από το κράτος πρέπει να δίνονται απ αρχής και απ ευθείας στον αγρότη ή οποιονδήποτε επιχειρηματία ή επαγγελματία και όχι κατά πυροσβεστικό τρόπο στον φωνακλά πάντοτε ετούτον τον αστό καταναλωτή, που έχει τις περισσότερες ψήφους στο δικό του το σακί και δεύτερο να αρχίσουν, όπως καλά άρχισαν οι αγρότες να κάνουν τους παραπάνω πολιτικούς και λαϊκούς να υποψιάζονται, ότι ο αγώνας τους πλέον δεν είναι μόνον επί των πολιτικοοικονομικών θεμάτων, αλλά είναι και ταξικός θα έλεγα, οπότε καλά κάνουν έτσι όπως τον κάνουν τον αγώνα τους αυτόν με τα μπλόκα, χρησιμοποιόντας και εκείνα τα γιγαντώδη μηχανήματά τους, για να προστατεύουν τα συμφέροντά τους. Έτσι δείχνουν και στον αστικό κόσμο, με τα μεγάλα αυτά μηχανήματά τους και με τα μπλόκα τους, ότι έχουν και αυτοί πλέον κάποια δύναμη, που δεν θα πρέπει να την υποτιμούν κάποιοι, όπως συμβαίνει με μερικούς από τους πολιτικούς που εμφανίζονται, πότε να τους χτυπούν φιλικά την πλάτη και πότε, όταν τους περνάει, από καθέδρας να τους ειρωνεύονται και να τους ταπεινώνουν και αυτό συμβαίνει όταν τυχαίνει να τους κρίνουν και ατομικά, από ψηλά και να τους αντιμετωπίζουν σαν ανθρώπους <<υποκείμενα>> φυσικά.
Κάνουν όμως και ένα λάθος και ετούτοι οι διαμαρτυρόμενοι αγρότες μας. Το να εμποδίζουν την κυκλοφορία των φορτηγών, είναι κάτι που δεν συνάδει με τα πραγματικά τους συμφέροντά. Τώρα όσον αφορά τους ηγέτες τους και τους συνδικαλιστές τους ή και τους συνδικαλιστές μας γενικότερα, έχω να πω ας τους αφήσουμε αυτούς γιατί και εγώ όταν ήμουν σε υπηρεσία, τους γεύτηκα και αυτούς, γατί είναι πολύ δεμένοι με την πολιτική, που είναι ένα άλλο κακό της μοίρας μας και γιαυτό χρειάζεται όλοι μας να δείξουμε, για μιά ακόμα φορά μεγαλύτερη προσοχή για τις επιλογές που κάνουμε και προς την κατεύθυνση αυτή.
Και θα κλείσω το άρθρο μου αυτό με κάποιο δικό μου ρήμα, σχετικό προς την γεωργία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθερία με τίτλο το άρωμα της γης και έχει ως εξής. Τι να κάνουμε, αυτή είναι η ζωή μας εδώ στην γεωργία, αφού ουρανού πατρός και γης μητρός, ακόμα και ο γαιοσκώληκας ο ρυπαρός είναι και αυτός ένας μικρός μας αδελφός της ίδιας μάνας γης καλλιεργητής μαζί με μας και αυτός, δηλαδή με λίγα λόγια η ρήση αυτή μας λέει ότι χρειάζεται σεβασμός από όλους μας προς όλους, αφού όλοι μας εδώ στη γη, μικροί μεγάλοι είμαστε αδέρφια.
Νίκος Μπρουσοβάνας
Συνταξιούχος Γεωπόνος
